σεκλέτι

και σικλέτι, το, Ν
στενοχώρια, βάσανο, μαράζι, ιδίως από έρωτα («τόν έφαγε το σεκλέτι»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. siklet «βάρος»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σεκλέτι — σεκλέτι, το και σικλέτι, το ιού (λ. τουρκ.), στενοχώρια, λύπη: Τον έχει φάει το σεκλέτι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σεκλέτι — [сэклэти] ουσ. о. надоедание, скука, тоска …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αμεράκλωτος — η, ο [μερακλώνω] 1. αυτός που δεν έχει ερωτική βαρυθυμία, ντέρτι, σεκλέτι 2. αυτός που δεν μερακλώθηκε, δεν απόκτησε κέφι, ευθυμία, διάθεση …   Dictionary of Greek

  • σεκλέτισμα — το, Ν [σεκλετίζω] η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού σεκλετίζω, το σεκλέτι …   Dictionary of Greek

  • σικλέτι — το, Ν βλ. σεκλέτι …   Dictionary of Greek

  • siclet — SICLÉT s. v. necaz, neplăcere, supărare. Trimis de siveco, 13.09.2007. Sursa: Sinonime  siclét, sicléturi, s.n. 1. (înv. şi pop.) cauză de nelinişte, motiv. 2. (înv.) supărare, necaz. 3. (înv.) lipsă, sărăcie. 4. (reg.; în forma …   Dicționar Român

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.